εφηλώνω


εφηλώνω
και εφηλώ (Α ἐφηλῶ, -όω) [έφηλος]
καρφώνω, προσηλώνω, καθηλώνω κάτι πάνω σε κάτι άλλο
αρχ.
παθ. ἐφηλοῡμαι, -όομαι
α) καρφώνομαι στερεά
β) μτφ. εγκαθίσταμαι οριστικά («τῶνδ' ἐφήλωται τορῶς γόμφος διαμπάξ», Αισχύλ.).

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • εφηλωτός — ἐφηλωτός, ή, όν (Α) [εφηλώνω] καρφωμένος πάνω σε κάτι …   Dictionary of Greek


Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.